Η απονομή σε ένα πρόσωπο τιμητικών διακρίσεων ενός τάγματος Αριστείας συνιστά αναγνώριση και επιβράβευση για εξαίρετες υπηρεσίες προς την πατρίδα ή για λαμπρές επιδόσεις σε κάποιο τομέα της δημόσιας ζωής, των γραμμάτων, τεχνών, επιστήμης, εμπορίου, βιομηχανίας και ναυτιλίας. Τα διάσημα απονέμονται από τον Ανώτατο Άρχοντα της Χώρας.

Η καθιέρωση του πρώτου ελληνικού Τάγματος Αριστείας έγινε το 1829, κατά τα πρότυπα άλλων ευρωπαϊκών κρατών, για την έκφραση ευγνωμοσύνης του Εθνους προς αυτούς οι οποίοι συνέδραμαν ενεργά στην Απελευθέρωση.

Από τότε, σταδιακά, συνεστήθησαν 5 Ελληνικά Τάγματα Αριστείας:

 
Τάγμα του Σωτήρος
 
Τάγμα του Γεωργίου Α΄(κατηργήθη)
 
Τάγμα της Τιμής
 
Τάγμα του Φοίνικος
 
Τάγμα της Ευποιΐας (μόνο για γυναίκες)

Κάθε τάγμα αποτελείται από 5 τάξεις:

 
Μεγαλόσταυρο
 
Ανώτερο Ταξιάρχη
 
Ταξιάρχη
 
Χρυσό Σταυρό
 
Αργυρό Σταυρό

Η απονομή του Μεγαλόσταυρου του Τάγματος του Σωτήρος αποτελεί την ύψιστη τιμητική διάκριση.

Τα πρόσωπα που τιμήθηκαν με την απονομή σ' αυτά μιας τάξεως ενός τάγματος Αριστείας έχουν το δικαίωμα να διατηρήσουν τα διάσημα εφ' όρου ζωής και να τα μεταβιβάσουν στους κληρονόμους τους, για ανάμνηση. Παλαιότερα όμως προβλεπόταν επιστροφή των διασήμων μετά το θάνατο του τιμηθέντος.

Ο εκάστοτε Πρόεδρος της Δημοκρατίας είναι Αρχηγός των Ταγμάτων Αριστείας. Η απονομή τιμητικών διακρίσεων ανήκει στις αρμοδιότητες του Προέδρου της Δημοκρατίας, σύμφωνα με το άρθρο 46 παράγραφος 2 του Συντάγματος και τις διατάξεις του νόμου 106/1975. Προτάσεις για την επιλογή προσώπων στα οποία μπορούν να απονεμηθούν τιμητικές διακρίσεις υποβάλλει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας το Συμβούλιο Ταγμάτων Αριστείας, το οποίο συγκαλείται, μια τουλάχιστον φορά το χρόνο. Για την απονομή εκδίδεται Προεδρικό Διάταγμα, το οποίο προσυπογράφεται από τον Υπουργό Εξωτερικών και δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ).